🇬🇧 en el 🇬🇷
eating disorder noun |
|
|---|---|
|
διαταραχή σίτισης, διατροφική διαταραχή |
Wiktionary Links
- English: eating disorder
eating disorder noun |
|
|---|---|
|
διαταραχή σίτισης, διατροφική διαταραχή |